Βρίσκεστε εδώ: Αρχική Σελίδα άρθρα Το πρόγραμμα «Καλλικράτης» και οι προϋποθέσεις ενός εναλλακτικού σχεδίου

Το πρόγραμμα «Καλλικράτης» και οι προϋποθέσεις ενός εναλλακτικού σχεδίου

Δημοσιεύτηκε 01/02/2010

Οι έννοιες και οι θεσμοί της διοικητικής αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης είναι στρατηγικής σημασίας για την αριστερά, καθώς εγγράφονται στα μείζονα θεωρητικά και πολιτικά ζητήματα του κράτους και των σχέσεων κράτους και κοινωνίας. Απ’ αυτή την οπτική οφείλουμε να στοχαστούμε τόσο τις μορφές ανασυγκρότησης του αστικού κράτους σήμερα όσο και τις δικές μας θέσεις , που μπορούν να προκύψουν με τη σύνθεση θεωρητικών αρχών και πολύτιμων  πρακτικών εμπειριών τις οποίες έχουμε συλλέξει από τη λειτουργία των θεσμών και την κοινωνική ανταπόκριση σ’ αυτούς.

Nα αποσαφηνίσουμε πώς και για τι συζητάμε

Για να αρχίσουμε τη συζήτηση, χρειάζεται να αποσαφηνίσουμε τι ακριβώς συζητάμε, από ποια θεωρητική αφετηρία βλέπουμε τα πράγματα και τι επιδιώκουμε προχωρώντας στην κριτική αποδόμηση του κυβερνητικού, προς διαβούλευση, κειμένου με τίτλο «Αρχές νομοθετικής πρωτοβουλίας για τη νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης και της αποκεντρωμένης διοίκησης», αλλιώς «Πρόγραμμα Καλλικράτης», στην αναλυτική αποτίμηση του οποίου θα προχωρήσω αργότερα. Πρωτ’ απ’ όλα πρέπει ν’ αποσαφηνίσουμε τις λέξεις με τις οποίες επικοινωνούμε.

Λαϊκή εξουσία, άμεση
και αντιπροσωπευτική δημοκρατία

Οι λεγόμενοι αυτοδιοικητικοί θεσμοί δεν έχουν συγκροτηθεί ως θεσμοί λαϊκής εξουσίας. Αποτελούν βαθμίδες συγκρότησης της αστικής κρατικής δομής που χαρακτηρίζεται από ενιαία λογική στα διάφορα επίπεδα. Μέσω των εκλογών ανατίθεται στα αιρετά σώματα η πολιτική επίβλεψη συγκεκριμένων λειτουργιών του κράτους. Οι πολιτικοί αυτοδιοικητικοί θεσμοί, αποτελούν μορφές αντιπροσωπευτικής και όχι άμεσης δημοκρατίας.

Η αντιπροσώπευση
και οι αυτόνομες κοινωνικές πρακτικές


Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν είναι αδιάφορη για την αριστερά τόσο στη στρατηγική της μετάβασης στο σοσιαλισμό και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης όσο και σήμερα. Συμβάλλει στη διαμόρφωση μαζικών κοινωνικών ρευμάτων, τα οποία υπερβαίνουν το στενά τοπικό και ατομικό και διατυπώνουν με πολιτικούς όρους ευρύτερα κοινωνικά αιτήματα.
Η αντιπροσώπευση από τη σκοπιά της αριστεράς δεν πρέπει ν’ αφορά μόνο τις δικές τις δυνάμεις, που περικόπτει δραστικά το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, αλλά κυρίως τις προϋποθέσεις έκφρασης της κοινωνικής δυναμικής, η οποία μπορεί να κινηθεί αυτόνομα, πέραν των κοινοβουλευτικών κομμάτων και πρέπει να αντιπροσωπεύεται στους θεσμούς. Η αποδοχή (και η διεκδίκηση να διευρύνεται) της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από την αριστερά δεν σημαίνει αποδοχή της σύγχρονης αυταρχικής, συναινετικής δημοκρατίας. Οι ολιγαρχικές εξουσίες στην εποχή της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικές ούτε δημοκρατικές.
Όσον αφορά στην άμεση δημοκρατία, αυτή μπορεί ν’ αποτελέσει τη δημιουργική μορφή συγκρότησης και λειτουργίας κοινωνικών και πολιτικών ομάδων, κινημάτων ή/και ρευμάτων της αριστεράς, εφ’ όσον το επιλέξουν. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν αποτελεί κρατική αρμοδιότητα πολύ περισσότερο σε συνθήκες αστικού κράτους.


Για τους θιασώτες της αντίληψης ότι το κράτος δεν συγκροτεί μια τοπικότητα με ένα μέσα και ένα έξω, όπου οι λαϊκές τάξεις στρατοπεδεύουν εκτός της διαχωριστικής γραμμής για να το καταλάβουν, η θέση ότι οι θεσμοί διαπερνώνται από τις κοινωνικές αντιφάσεις και δεν είναι στατικοί πρέπει να συμπληρώνεται με αυτή της οικοδόμησης μορφών άμεσης δημοκρατίας και την κατά προτεραιότητα στήριξη των αυτόνομων κοινωνικών συγκροτήσεων, που λειτουργούν αμεσοδημοκρατικά.


Είναι εξαιρετικής σημασίας για την αριστερά η άμεση δημοκρατία των κοινωνικών κινημάτων και η οικοδόμηση θεσμών λαϊκής αυτοδιαχείρισης και παραγωγής κοινωνικού έργου και υπηρεσιών πέραν του κράτους και της αγοράς. Κι εδώ έχουμε, ήδη σήμερα, σημαντικά παραδείγματα κοινωνικών πρακτικών (συνεταιρισμοί, τίμιο εμπόριο, ηθική τράπεζα κ.λπ.)

Επιτέλους, όπως θα έλεγε και ο Πουλαντζάς, δεν χρειάζεται να απονέμουμε στα πάντα τον υποτιθέμενα ανώτερο τίτλο του πολιτικού. Η κοινωνία, ευτυχώς, δεν αποτελείται μόνο από τις γκρίζες ζώνες τις οποίες σκιάζει το κράτος. Ειδικά σήμερα, που εμπορευματοποιείται ακόμα και ο ανθρώπινος βιόκοσμος, που το κράτος και η αγορά διεισδύουν σε λειτουργίες τις οποίες ασκούσε ιστορικά η κοινωνία, διαλύοντας κοινωνικά δίκτυα και σημαντικές μορφές διανθρώπινης επικοινωνίας, πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί.


Να θυμίσω ότι οι αυτοδιοικητικές αρχές, ακόμα και της αριστεράς, είναι συνήθως εχθρικές στις κοινωνικές πρωτοβουλίες αυτοδιαχείρισης, δηλαδή σε πρακτικές  που υποδεικνύουν ότι η κοινωνία μπορεί να αυτοοργανώνεται και ο δήμος, δηλαδή το κράτος, απλώς να στηρίζει αυτή την αυτοοργάνωση (Αγορά Κυψέλης, Βίλλα Ζωγράφου, Ελεύθερος Γαλαξίας, Αυτόνομος Κοινωνικός Χώρος Πετρούπολης, Πάρκο Ναυαρίνου, κ.λπ.).


Όταν σήμερα αναφερόμαστε σε τοπική ανάπτυξη θα πρέπει να εννοούμε όχι μόνο δημοτικούς τομείς αλλά μορφές κοινωνικών συνεταιρισμών που αυτοδιαχειρίζονται έναν παραγωγικό τομέα. Και αυτό βρίσκεται σε αντίθεση τόσο με τον Καποδίστρια και τον Καλλικράτη, όσο και με μια αντίληψη της αριστεράς, η οποία υποκαθιστά την κοινωνία από το κράτος και η οποία οδήγησε στην κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Χωρίς πολιτική δημοκρατία και κοινωνική αυτοδιαχείριση δεν υπάρχει σοσιαλισμός. 

Αποσυγκέντρωση του κράτους

Η αποσυγκέντρωση του αστικού κράτους δεν ταυτίζεται με την αποκέντρωση και την αυτοδιοίκηση. Η αποκέντρωση σε σχέση με την αποσυγκέντρωση περιγράφει καλύτερα την πολιτική διαφοροποίηση των αποκεντρωμένων έναντι των θεσμών του συγκεντρωτικού κράτους και παραπέμπει στην αυτοδιοίκηση, που αφορά στην πολιτική λειτουργία και τον τρόπο λήψης των αποφάσεων από τους αυτοδιοικούμενους πολίτες.
Βεβαίως, η αποσυγκέντρωση, ακόμα και σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα με πλειοψηφικό τρόπο εκλογής, μπορεί να καταστήσει περισσότερο διαφανείς τις κρατικές λειτουργίες και, επομένως, να αναδείξει την κοινωνικά και ταξικά αντιφατική τους φύση. Αλλά αυτό δεν είναι η πρόθεση των αστικών πολιτικών δυνάμεων, γι’ αυτό θεσμοθετούν ισχυρές ασφαλιστικές δικλείδες  θωράκισης του κράτους απέναντι στις κοινωνικές αντιφάσεις. Ταυτόχρονα, η αποσυγκέντρωση μπορεί να διευκολύνει τους πολίτες στις συναλλαγές τους με το τοπικό κράτος, αλλά κάτι τέτοιο δεν εξασφαλίζεται αυτόχρημα, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια σχολιάζοντας το «Πρόγραμμα Καλλικράτης». Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται προσοχή. Τόσο οι θεσμοί όσο και οι πολιτικές δεν χάνουν την ταξική τους φύση όταν μιλάμε για αποκέντρωση και αυτοδιοίκηση.

Εμείς και οι άλλοι

Αν το κράτος εκφράζει σχέσεις ανάμεσα στους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους και συμπυκνώνει τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των κοινωνικών τάξεων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, σήμερα ο συσχετισμός δεν είναι ευνοϊκός για τις λαϊκές τάξεις. Είναι άλλο πράγμα να διατυπώσουμε ως ΣΥΡΙΖΑ και ως αυτοδιοικητικά σχήματα  ένα εναλλακτικό σχέδιο αποκέντρωσης με αυτοδιοίκηση, που αντιστοιχεί στις σημερινές ανάγκες και δυνατότητες, να το απευθύνουμε στην κοινωνία και στη βάση αυτού να διεξάγουμε την κριτική και τους αγώνες μας,  με στόχο να διαμορφώσουμε νέους συσχετισμούς και άλλο να φανταζόμαστε ότι  ο «Καλλικράτης» του ΠΑΣΟΚ και ευρύτερα του δικομματισμού θα αποκεντρώσει το κράτος και θα δημιουργήσει προϋποθέσεις λαϊκής εξουσίας. Η λογική, όλοι μαζί για τον εκσυγχρονισμό που αποτελεί εθνικό στόχο, δοκιμάστηκε από ενός είδους αριστερά και οδήγησε στην ενσωμάτωσή της.

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές στους δήμους

Ακόμα και οι καλύτεροι θεσμοί αντιστοιχούν σε περιεχόμενα για τα οποία πρέπει, επίσης, να συζητήσουμε. Το σύγχρονο αστικό κράτος, λιγότερο ή περισσότερο συγκεντρωτικό, αναλαμβάνει, προκειμένου να στηρίξει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, σημαντικές οικονομικές λειτουργίες, οι οποίες αφορούν τόσο στη συγκέντρωση των πόρων (από ποιους) και στην κατανομή τους μέσω του προϋπολογισμού (για τι και για ποιους), όσο και στην επιτάχυνση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου και τη μεταβίβαση δημόσιων τομέων στο κεφάλαιο και την αγορά. Στην αρμοδιότητα των καποδιστριακών δήμων ανήκει ένα μέρος του κοινωνικού κράτους και ένα μέρος της περιβαλλοντικής πολιτικής. Η εμπειρία που έχουμε από τη συντριπτική πλειοψηφία των δημοτικών αρχών, στις οποίες προΐστανται  δικομματικές δυνάμεις, είναι ότι  αυτές εφαρμόζουν νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Μεγάλα τμήματα των έργων  και των δημοτικών λειτουργιών εκχωρούνται σε ιδιώτες, με αποτέλεσμα να διασπαθίζεται ο ισχνός, ούτως ή άλλως, προϋπολογισμός που κατανέμεται στους δήμους από το  κεντρικό κράτος.

Τι μας λέει και σε τι αποσκοπεί  το «Πρόγραμμα  Καλλικράτης»

Το «Πρόγραμμα Καλλικράτης», είναι γραμμένο κυριολεκτικά στο γόνατο. Δεν αξιολογεί την εφαρμογή του Ν2539/97 (Καποδίστριας 1), δεν αποσαφηνίζει καμιά αρχιτεκτονική, δεν ορίζει αρμοδιότητες, δεν εγγυάται πόρους, παρά ταύτα σπεύδει να περιγράψει αναλυτικά το πολιτικό σκέλος, δηλαδή τα πολιτικά όργανα και τον τρόπο εκλογής τους, αποτυπώνοντας, εν προκειμένω με σαφήνεια, τον συγκεντρωτισμό και την επιδίωξη δικομματικού ελέγχου στις νέες βαθμίδες.
Το κυβερνητικό σχέδιο καταργεί τη σημερινή δεύτερη βαθμίδα, δηλαδή τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση και ορίζει δύο βαθμίδες : τους δήμους (Α΄ βαθμός)  και τις περιφέρειες  (Β΄ βαθμός),  με αιρετά όργανα.

Πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση

• Συνενώσεις, αρμοδιότητες, πόροι


Το πώς ανασυγκροτείται ο πρώτος βαθμός παραμένει μυστήριο. Από τους 900 δήμους και 133 κοινότητες προκύπτει, χωρίς απολύτως καμιά  αιτιολόγηση, ένας αριθμός 370 δήμων. Ποιοι είναι οι νέοι δήμοι και με ποια κριτήρια συνενώνονται, η κυβέρνηση θα το δημοσιοποιήσει αργότερα, καθώς στο θέμα αυτό ήδη υπάρχουν και θα υπάρξουν πολύ μεγάλες αντιδράσεις. Παρά ταύτα, μπορούμε να έχουμε μια πρώτη εκτίμηση λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη νέα συγκρότηση που προτείνει το Ινστιτούτο Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΙΤΑ) της ΚΕΔΚΕ (χάρτης που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αυγή»,  17/1/2010).


Το ΙΤΑ, στην επιστημονική έρευνα με τίτλο «Η πρόκληση μιας Νέας Μεταρρύθμισης της πρωτοβάθμιας Τοπικής Αυτοδιοίκησης» (Μάρτιος 2008) αναγνωρίζει ότι οι επιλογές στις συνενώσεις είναι εξαιρετικά σύνθετες. Πρώτον γιατί, πράγματι, δεν υπάρχει «αποτελεσματικός κοινά αποδεκτός ορισμός της ταυτότητας “της κοινότητας”», έννοιας «που διαμορφώνεται δυναμικά στο χρόνο». Σε όλες, όμως, τις περιπτώσεις «η κοινότητα καθορίζεται από τα κοινωνικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά, από τα ιστορικά και εθιμικά όρια και από γεωγραφικού τύπου περιορισμούς».
Για τη διαμόρφωση των κοινοτήτων σε νέες δομές πρέπει να αναζητηθεί σύνθεση διαφόρων κριτηρίων, που αφορούν «στα κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά, στη δομή και αποτελεσματικότητα της τοπικής οικονομίας, στη δομή των οικισμών, στην αγροτική παραγωγή και την ποιότητα προϊόντων, στο πολιτιστικό κεφάλαιο, στο κεφάλαιο υποδομών».
Ταυτόχρονα, η έρευνα του ΙΤΑ αντιλαμβάνεται ότι ενώ η σύνδεση αποτελεσματικών υπηρεσιών και μεγέθους δεν μπορεί να αγνοεί ότι «μικρότερες δομές δυσκολεύονται στην εύρεση ικανού ανθρώπινου δυναμικού για την παραγωγή και διανομή υπηρεσιών», οι «μικρότερου μεγέθους δομές είναι πιο λειτουργικές όσον αφορά την αντιπροσώπευση και την εγγύτητα» και ότι «το παραπάνω αποτελεί ισχυρή ένδειξη για τη θεσμοθέτηση δομών δημοκρατικής αντιπροσώπευσης στο εσωτερικό της νέας δομής».
Όλ’ αυτά τεκμηριώνουν το απολύτως ατεκμηρίωτο του γενικού αριθμού 370 χωρίς σκεπτικό, χωρίς σύνθεση κριτηρίων και κυρίως χωρίς καμία διαβούλευση με τους άμεσα ενδιαφερόμενους.
Ο χάρτης των νέων δήμων του ΙΤΑ , που δεν παρουσιάζει τις συνενώσεις στο λεκανοπέδιο, αλλά μόνο αυτές της Ανατολικής και Δυτικής Αττικής, εμφανίζει ορισμένες παραδοξότητες. Διατηρεί τον δήμο Αχαρνών και μετατρέπει τη κοινότητα Θρακομακεδόνων σε δήμο, εντάσσοντας και τους δύο στην Ανατολική Αττική, ενώ είναι μέρος του πολεοδομικού συγκροτήματος. Αντίστοιχα ισχύουν για τους δήμους Βούλας, Βάρης, Βουλιαγμένης, που παραμένουν στην Ανατολική Αττική ως αυτοτελείς δήμοι. Μια στρεβλή συγκρότηση της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης στην Αττική, διατηρείται.
Θα μπορούσε να συνεχίσει κανείς με πολλά ερωτηματικά όπως για παράδειγμα γιατί οι δήμοι μειώνονται στη Λευκάδα από 6 σε 4 , στην Κέρκυρα από …. σε 9 , στην Κεφαλονιά από … σε 4 , ενώ αντίθετα, στη Ζάκυνθο από 6 σε 1. Αλλά δεν έχει νόημα  μια συζήτηση κολοκυθιάς. Οι τοποθετήσεις πρέπει να γίνουν επί της επιχειρηματολογίας της πρότασης όταν αυτή διατυπωθεί υπεύθυνα.
Σε κάθε περίπτωση, οι αποφάσεις για όσες συνενώσεις κρίνονται επωφελείς, και σίγουρα υπάρχουν τέτοιες, μπορούν να προκύψουν μόνο με επιλογή ή συναίνεση  των συνενωνόμενων, ύστερα από διερεύνηση και συνεκτίμηση των μειονεκτημάτων και πλεονεκτημάτων της αλλαγής, με τη συμμετοχή των δημοτών και όχι στο γάμο του καραγκιόζη. Αλλά η κυβέρνηση φαντάζεται πονηρά ότι όσο πιο πολύ μειώσει των αριθμό των δήμων τόσο πιο κοντά στο σύμφωνο σταθερότητας θα είναι, κάνοντας περικοπές πόρων. Το ομολογεί, άλλωστε, στην εισαγωγή του «Προγράμματος Καλλικράτης» : «η Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκέντρωμένης διοίκησης αποσκοπεί στην εξοικονόμηση πόρων των φορολογούμενων πολιτών μέσω του περιορισμού των αριθμών των ΟΤΑ και των νομικών τους προσώπων»
Κανείς δεν θεωρεί ότι το κράτος, κεντρικό ή αποκεντρωμένο, πρέπει να είναι σπάταλο. Όμως οι σπατάλες που γίνονται σήμερα στους ισχνούς προϋπολογισμούς των δήμων είναι εγγενές χαρακτηριστικό της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης, που αφορά στην πρόσληψη προσωπικού μέσω πελατειακών μηχανισμών και με ελαστικές σχέσεις εργασίας ενώ ταυτόχρονα παραχωρείται μεγάλο μέρος των υπηρεσιών και των έργων σε ιδιώτες, στη δημιουργία ανώνυμων και ανέλεγκτων εταιριών, στις επιλογές βιτρίνας με το αζημίωτο, σε επενδύσεις με κριτήρια ιδιωτικού κέρδους και σε πολιτικές επικοινωνιακού χαρακτήρα που ανατίθενται σε ακριβοπληρωμένους συμβούλους. 
Η κατάργηση του μεγαλύτερου αριθμού των ΝΠΔΔ γεννά ερωτηματικά. Στα νομικά αυτά πρόσωπα  πηγαίνει απευθείας η κρατική χρηματοδότηση. Αν πρόκειται να ενσωματωθούν στις υπηρεσίες των δήμων, η εξέλιξη μπορεί να είναι θετική, αν οδηγηθούμε, όμως, σε νέες Ανώνυμες Εταιρίες η λύση θα είναι καταστροφική καθώς αυτές λειτουργούν αδιαφανώς με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και αποτελούν τον βασικό φορέα των ελαστικών σχέσεων εργασίας. Επίσης, ποια είναι τα κυβερνητικά σχέδια για τους σημερινούς εργαζόμενους στα ΝΠΔΔ;  
Γιατί γίνονται, λοιπόν, αυτές οι μυστικές συνενώσεις;  Γιατί οι περισσότεροι προηγούμενοι δήμοι δεν είχαν «διαχειριστική επάρκεια» και παράλληλα «η πολιτεία δεν στήριξε ουσιαστικά τους νέους ΟΤΑ με πολιτικές προγραμματικής, οργανωτικής και λειτουργικής αναβάθμισης καθώς και με επαρκή χρηματοδότηση», λέει το κυβερνητικό κείμενο στο οικείο περί ΟΤΑ κεφάλαιο «Η δομική και λειτουργική επαναθεμελίωση των δήμων». Τι καταλαβαίνουμε; Ότι οι δήμοι δεν είχαν διαχειριστική επάρκεια, πρωτίστως γιατί δεν είχαν αρμοδιότητες και πόρους. Πάλι, όμως, δεν δίνονται ούτε πόροι ούτε αρμοδιότητες. Οι πόροι, όπως είπε στην ΚΕΔΚΕ ο υπουργός Εσωτερικών, Αποκέντρωσης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης  κ. Ραγκούσης,  δεν θα δοθούν λόγω της οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί η κυβέρνηση, όσο για τις αρμοδιότητες, στο σχέδιο επαναλαμβάνονται οι σημερινές με μερικές προσθήκες, αλλά ως παραδείγματα και δυνατότητες και όχι ως συγκεκριμένες θεσμοθετούμενες δεσμεύσεις. Άλλωστε, καμιά αρμοδιότητα δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς πόρους.
Όπως αναφέρει το κείμενο «Το σύστημα διακυβέρνησης των νέων πρωτοβάθμιων ΟΤΑ», της επιστημονικής ομάδας του Ινστιτούτου Τοπικής Αυτοδιοίκησης – ΙΤΑ (τελική έκθεση, Οκτώβριος 2008), «χωρίς υπηρεσίες με αρμοδιότητες, ανθρώπινο δυναμικό και οικονομικούς πόρους, οι νέοι μεγάλοι δήμοι θα μοιάζουν με μεγάλα σχεδόν κενά “κελύφη” , χωρίς νέο ρόλο στην ανάπτυξη και στην παροχή υπηρεσιών στους πολίτες». Επίσης, το ΙΤΑ εκτιμά ότι «χωρίς πρόσθετους οικονομικούς πόρους, μια τυχόν νέα διοικητική μεταρρύθμιση θα διατηρήσει τη σημερινή οικονομική αδυναμία των ΟΤΑ (τρεις μικροί “μίζεροι” OTA που συνενώνονται χωρίς πρόσθετους πόρους, δημιουργούν ένα μεγάλο “μίζερο” δήμο)» .

• Συγκεντρωτικές δομές , πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα
Ενώ, λοιπόν, οι πόροι και οι αρμοδιότητες εκκρεμούν, η επιδίωξη πολιτικού ελέγχου των αποσυγκεντρωμένων κρατικών δομών είναι εμφανής. Γίνεται μέσω του συγκεντρωτικού χαρακτήρα των αιρετών οργάνων και του εκλογικού συστήματος.


Συγκεκριμένα, το δημοτικό σύστημα ακολουθεί κατά γράμμα το πρότυπο του πρωθυπουργοκεντρικού γενικού πολιτικού συστήματος, πράγμα που εκθειάζεται από την μελέτη του ΙΤΑ (!). Ο δήμαρχος είναι ο απόλυτος άρχων, με αυξημένες αρμοδιότητες όπως ο πρωθυπουργός. Ορίζει και προεδρεύει της εκτελεστικής επιτροπής, η οποία συγκροτείται, όπως το υπουργικό συμβούλιο, από τους τοπικούς και θεματικούς αντιδημάρχους – υπουργούς, και της δημαρχιακής επιτροπής. Παρουσιάζει τις προγραμματικές του θέσεις στο πολυπληθές δημοτικό συμβούλιο, που επιτελεί ρόλο μάλλον δυσκίνητης και γραφειοκρατικής βουλής.


Το εκλογικό σύστημα, απολύτως πλειοψηφικό, αποκλείει την έκφραση της όποιας  αυτόνομης κοινωνικής δυναμικής στους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Δεν υπάρχει  δυνατότητα σχεδόν για καμία ομάδα ή κίνημα πολιτών να διεκδικήσει, αν το επιθυμεί, όχι εκπροσώπηση αλλά ούτε καν συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές, λόγω και του απαιτούμενου αριθμού υποψηφίων στα ψηφοδέλτια. Με το μεγάλο μέγεθος των δήμων, σε συνδυασμό με το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα (ο πρώτος συνδυασμός παίρνει τα 3/5 των εδρών), σίγουρα επιδιώκεται η υφαρπαγή των εδρών της αριστεράς  ή άλλων μικρότερων ψηφοδελτίων και η νομή της εξουσίας από τον δικομματισμό. Να σημειώσουμε εδώ ότι για την αριστερά το πρόβλημα είναι, επίσης, δικό της και όχι μόνο του ληστρικού εκλογικού συστήματος. 


Στα τοπικά συμβούλια που συγκροτούνται στα σημερινά διαμερίσματα και τις έδρες των σημερινών δήμων (5μελή για πληθυσμό τουλάχιστον 1000 κατοίκων, 3μελή για πληθυσμό από 1000-500 κατοίκους, μονομελή για πληθυσμό κάτω των 500 κατοίκων), ανατίθενται, ενδεικτικά πάλι,  διάφορες εργασίες, όπως βλάβες στο οδικό δίκτυο, τα συστήματα ύδρευσης – αποχέτευσης, θέματα πυροπροστασίας κ.λπ. , αλλά δεν έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες για τίποτε. Τα μέλη τους εκλέγονται με λίστα και πλειοψηφικό σύστημα και παρ’ όλ’ αυτά οι δημοτικοί συνδυασμοί προτείνουν υποχρεωτικά υποψήφιους στα τοπικά συμβούλια. Η υποχρέωση αυτή προφανώς αποσκοπεί  στον αποκλεισμό συνδυασμών της αριστεράς. Όσο για τα διαμερισματικά συμβούλια που ήδη υπάρχουν σε πέντε μεγάλους σημερινούς δήμους, όπως ο δήμος Αθηναίων, ξεχάστηκαν άραγε ή καταργούνται;

Δευτεροβάθμια Αυτοδιοίκηση

Το κυβερνητικό σχέδιο θεσμοθετεί  ως δεύτερο βαθμό αυτοδιοίκησης τις περιφέρειες, οι οποίες μέχρι σήμερα αποτελούσαν ενότητες του κεντρικού κράτους, χωρίς αιρετές διοικήσεις και αυτονομία αποφάσεων. Η περιφερειακή αποκέντρωση και η σχετική πολιτική αυτονομία αποτελούν μια υπερώριμη αλλαγή στην κρατική δομή που, μεταξύ άλλων, εναρμονίζει τη χώρα μας με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα και επιτρέπει  να μετέχουμε του περιφερειακού σχεδιασμού και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
Οι σημερινές νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις (76 διοικητικές ενότητες : 54 νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, 3 διευρυμένες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και 19 επαρχεία) καταργούνται και «εξελίσσονται σε περιφερειακές αυτοδιοικήσεις σε αριθμό ανάλογο των σημερινών διοικητικών περιφερειών. Ειδικά στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζονται με ειδικές ρυθμίσεις τα θέματα μητροπολιτικού χαρακτήρα» .
Οι 13 σημερινές περιφέρειες  (Αττική, Αν. Μακεδονία και Θράκη, Κεντρική Μακεδονία, Δυτική Μακεδονία,  Θεσσαλία, Ήπειρος, Στερεά Ελλάδα, Δυτική Ελλάδα, υπόλοιπη Πελοπόννησος,  Ιόνια Νησιά, Βόρειο Αιγαίο, Νότιο Αιγαίο, Κρήτη) συγκροτούν τη νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική. Κι εδώ δεν υπάρχει καμιά αιτιολόγηση  για τον αριθμό 13, για την ανισομέρεια των περιφερειών, για το  παράδοξο η Θράκη να προσαρτάται στην Αν. Μακεδονία και , κυρίως, για τη σιγή ιχθύος σε σχέση με την Αττική, τη Θεσσαλονίκη και τη μητροπολιτική διακυβέρνηση, που απασχολούν το κυβερνητικό σχέδιο  κυριολεκτικά σε δύο μόνο γραμμές. Ο λόγος; Οι τοπάρχες της Δυτικής Αττικής και Θεσσαλονίκης, κ.κ. Πάγκαλος και Βενιζέλος,  αντιδρούν. Ο πρώτος ζητά να σπάσει η Αττική σε 3 περιφέρειες, ο δεύτερος να εξαιρεθεί η Θεσσαλονίκη. Σε κάθε περίπτωση, η διατήρηση των σημερινών 3 νομαρχιών, με οποιαδήποτε μορφή, είναι λάθος.


Όπως και στους νέους ΟΤΑ έτσι και στις αιρετές περιφερειακές μονάδες, οι αρμοδιότητες  περιγράφονται ενδεικτικά. Το τι ακριβώς θα μεταφερθεί από τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και το κεντρικό κράτος παραμένει άγνωστο, είναι σίγουρο, όμως, ότι μέρος της αποσυγκέντρωσης θα παραλάβουν οι 7 γενικές περιφερειακές διοικήσεις με γενικές διευθύνσεις, που θα λειτουργούν ανταγωνιστικά και παρεμβατικά ως προς τις αιρετές περιφέρειες.


Όσον αφορά στους πόρους, το κυβερνητικό σχέδιο δεν αναφέρει απολύτως τίποτε. Αντίθετα, είναι λαλίστατο στη συγκρότηση των αιρετών οργάνων και το εκλογικό σύστημα, που είναι πλειοψηφικό. Όπως στους νέους δήμους, θεσμοθετείται και στις περιφέρειες το πρωθυπουργοκεντρικό γενικό πολιτικό σύστημα. Ο αιρετός περιφερειάρχης είναι ένας περιφερειακός πρωθυπουργός, που προεδρεύει της εκτελεστικής επιτροπής (κυβέρνηση) των τοπικών και θεματικών αντιδημάρχων – υπουργών, και της περιφερειακής επιτροπής. Παρουσιάζει τις  προγραμματικές του θέσεις στο πολυπληθές περιφερειακό συμβούλιο, που επέχει θέση βουλής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το κυβερνητικό σχέδιο δεν προβλέπει καμία περιφερειακή αποκέντρωση με αιρετά συμβούλια (ανάλογα με τα τοπικά συμβούλια των ΟΤΑ) και αποφασιστικές αρμοδιότητες σε επιμέρους θέματα, κάτι που θα αποφόρτιζε τον συγκεντρωτισμό και θα επέτρεπε να δημιουργηθεί ένα ενδιάμεσο επίπεδο αρμοδιοτήτων, αποφάσεων και δημοκρατικού ελέγχου μεταξύ περιφερειών και ΟΤΑ.

  • Συμβούλια διαβούλευσης

Στη δευτεροβάθμια και την πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση εισάγεται ο θεσμός του συμβουλίου διαβούλευσης περιφέρειας και δήμου αντίστοιχα, καθώς και συνήγοροι δημοτών και επιχειρήσεων. Οι θεσμοί, όμως, αυτοί δεν μπορούν να αναπληρώσουν ούτε σε ελάχιστο βαθμό τα δημοκρατικά δικαιώματα και τη συμμετοχή των πολιτών, που περιορίζονται δραστικά μέσα στους βασικούς θεσμούς, όπως έχει ήδη αναλυθεί . Θα διέθεταν κάποια αξία ως συμπληρωματικές διαδικασίες  συμμετοχής και ελέγχου, υπό την προϋπόθεση ότι η διαβούλευση θα είχε υποχρεωτικό χαρακτήρα με τον επακριβή ορισμό των αποφάσεων των αιρετών οργάνων, οι οποίες δεν θα μπορεί να λαμβάνονται χωρίς να έχει προηγηθεί αυτή η διαδικασία.

Συμβολή στη διατύπωση θέσεων που εγγράφονται στη στρατηγική προοπτική της αριστεράς

1. Η δημοσιοποίηση του ολοκληρωμένου «Προγράμματος Καλλικράτης» θα δώσει τη δυνατότητα να ολοκληρωθεί η σημερινή κριτική, εστιάζοντας πιο συγκεκριμένα πάνω στις αρμοδιότητες που θα συγκεκριμενοποιηθούν, στους πόρους που η κυβέρνηση οφείλει να εξαγγείλει αλλά και στις συγκεκριμένες συνενώσεις από τις οποίες θα προκύψουν οι νέοι ΟΤΑ.


Ο διάλογος των αριστερών ριζοσπαστικών και οικολογικών αυτοδιοικητικών σχημάτων πρέπει να γίνει στο εσωτερικό τους και με τις τοπικές κοινωνίες, τα κινήματα  τους φορείς και τους πολίτες, που η προτεινόμενη  νέα δομή αφορά. Και πρέπει να ξεκινήσει τώρα.

2. Σε κάθε περίπτωση, η ψήφιση νέου νόμου στη βάση του αποφασίζουμε και διατάσσουμε είναι απαράδεκτη. Αποτελεί αδιαπραγμάτευτη θέση μας η συγκροτημένη εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών στις διαδικασίες αποκέντρωσης και αυτοδιοίκησης και η διατύπωση των θέσεών τους με ανοιχτές διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα και με δημοψηφίσματα.
Ο νόμος, όμως, δεν πρέπει να ψηφιστεί, πολύ περισσότερο να εφαρμοστεί στις εκλογές του Νοεμβρίου, και για ένα άλλο, εξαιρετικά σοβαρό, λόγο. Η προχειρότητα και η ανευθυνότητα του ΠΑΣΟΚ απέναντι σε αλλαγές  στο κράτος, της κλίμακας αυτής που επιχειρεί , εν μέσω οικονομικής κρίσης, επειδή ενδεχομένως πιστεύει ότι η σκληρή λιτότητα μπορεί να αντισταθμιστεί με προσφορά θεσμικών αλλαγών (αφού δεν δίνουμε ψωμί, προσφέρουμε παντεσπάνι), θα οδηγήσει σε πλήρη διάλυση και των ήδη λειτουργούντων, όχι ικανοποιητικά, θεσμών. Τα νέα όργανα δεν θα ξέρουν ούτε που να στεγαστούν, πολύ περισσότερο πως θα λειτουργήσουν, από πού θα προκύψει το προσωπικό των δήμων και περιφερειών, πως θα χρηματοδοτηθούν οι νέες αρμοδιότητες, κ.λπ., κ.λπ. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες αφιέρωσαν πολλά χρόνια και προέκριναν ουσιαστικές διαδικασίες διαβούλευσης που αντιστοιχούν σε τέτοιου είδους αλλαγές. Εδώ η κυβέρνηση, όχι μόνο δεν θα ακολουθήσει τις αναγκαίες  διαδικασίες διαλόγου και συμμετοχής στη λήψη αποφάσεων των τοπικών κοινωνιών, αλλά θα τα κάνει μπάχαλο. Να θυμίσουμε μόνο ότι έκανε τέσσερεις μήνες για να ορίσει τους γενικούς γραμματείς των υπουργείων που επιβλέπουν το ΕΣΠΑ.

3. Νέα αρχιτεκτονική δομή των δήμων , αποκέντρωση και δημοκρατία. Όσον αφορά στη νέα αρχιτεκτονική της πρωτοβάθμιας αυτοδιοίκησης από δημοκρατική, συμμετοχική σκοπιά,  η δημοκρατία δεν κατοικεί εξ’ ορισμού στο μικρότερο δυνατό μέγεθος του σώματος που εκλέγει τα αιρετά όργανα, αλλά στο περιεχόμενο, το αντικείμενο και σε μια σύνθετη δόμηση που συνδυάζει το χαμηλότερο με το ανώτερο επίπεδο αναφοράς και επιτρέπει σε όλους να αποφασίζουν σε περιορισμένης αλλά και ευρύτερης εμβέλειας θέματα. Όταν οι δήμοι είναι πολύ μικροί, τότε το κεντρικό κράτος ή/και η αιρετή περιφέρεια αναλαμβάνουν τις γενικότερου χαρακτήρα αποφάσεις. Επομένως, η πρωτοβάθμια αυτοδιοίκηση πρέπει να δομηθεί σε δύο επίπεδα : τους δήμους και τα τοπικά και διαμερισματικά συμβούλια, τα οποία πρέπει να είναι αιρετά και να έχουν θεσμοθετημένες αποφασιστικές αρμοδιότητες και πόρους.

Όσον αφορά στη διοικητική αποσυγκέντρωση, δηλαδή τις κοινωνικές λειτουργίες που αναλαμβάνουν οι δήμοι, δεν υπάρχει ένα μόνο ορθό μέγεθος, ώστε αυτές να επιτελούνται με τον πιο οικονομικό και αντιγραφειοκρατικό, επωφελή για τους πολίτες τρόπο. Υπάρχουν λειτουργίες που εξυπηρετούνται καλύτερα σε χαμηλότερο επίπεδο αναφοράς και άλλες σε ανώτερο, κυρίως οι παραγωγικές λειτουργίες που συνενώνουν κοινωνικούς στόχους μιας ευρύτερης γεωγραφικής ενότητας. Άρα, πάλι χρειάζεται αποκέντρωση αρμοδιοτήτων, πόρων και αποφάσεων εντός των ίδιων των ΟΤΑ.

Όσες συνενώσεις είναι αναγκαίες δεν μπορεί, σύμφωνα με το προηγούμενο σκεπτικό, ν’ αποτελέσουν αντικείμενο κοπτοραπτικής, εκλογικών σκοπιμοτήτων και λογικής συγκολλήσεων, ώστε με κάθε θυσία να φτάσουμε τους νέους δήμους στον μικρότερο δυνατό αριθμό. Τα περί μεγαλύτερης εξοικονόμησης πόρων, όσο μεγαλύτεροι είναι οι δήμοι, μπορεί εύκολα να αντιστραφούν.

Επομένως, μένουν τα κοινωνικά, δημογραφικά, ιστορικά, εθιμικά και γεωγραφικά κριτήρια. Υπάρχουν, όμως, και οι καταστάσεις που έχουν διαμορφωθεί και πρέπει να συνεκτιμηθούν.

Οι μικρές πόλεις ή κωμοπόλεις των καποδιστριακών δήμων, που συγκεντρώνουν γύρω τους μερικά χωριά, αποτελώντας ένα είδος ανοιχτής πόλης, εμφανίζουν μια σχετική ευρωστία επειδή ακριβώς στεγάζουν τις δημοτικές υπηρεσίες και την οποία, ενδεχομένως, θα χάσουν υπέρ της έδρας ενός πολύ μεγαλύτερου δήμου. Το πρόβλημα των ανταποδοτικών υπηρεσιών των νέων δήμων, εφ’ όσον διευρυνθούν γεωγραφικά χωρίς να μεγαλώσουν αντίστοιχα πληθυσμιακά, λόγω αραιοκατοίκησης, θέτει κατά το ΙΤΑ ένα πρόβλημα οικονομικής επάρκειας στην κάλυψη των σχετικών υποχρεώσεων (πχ. δρόμοι). Τα κέντρα των σημερινών δήμων στην Αττική, που έχουν αποκτήσει ταυτότητα και λειτουργική πληρότητα είναι ένα στοιχείο προς συνεκτίμηση μαζί με την ιστορικότητα των δήμων και την ταυτότητά τους ως πόλεων αναγνωρίσιμων από τους δημότες τους. Πολύ περισσότερο που οι περισσότεροι δήμοι της Αττικής είναι από πλευράς πληθυσμιακού μεγέθους αρκετά μεγάλοι. Επιπλέον, οι δήμοι της Αττικής πρέπει να ειδωθούν στη βάση του  ευρύτερου σχεδιασμού του ισχύοντος ΡΣΑ και του νέου που θα πρέπει να αποτυπώσει μια προοπτική αποκέντρωσης και ανασυγκρότησης του λεκανοπεδίου.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και με εξειδίκευση των κριτηρίων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πρέπει να κριθεί η ολοκληρωμένη πρόταση του ΠΑΣΟΚ όταν θα δοθεί στη δημοσιότητα. Προϋπόθεση, όμως, για τη συζήτηση αποτελεί η αξιολόγηση των σημερινών καποδιστριακών δομών, όχι πάλι γενικά, αλλά συγκεκριμένα.

4. Περιφερειακές δομές. Σχετικά με τη δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση, ακόμα και αν μεγαλώσει ο αριθμός των περιφερειών, θα χρειαστεί ένα χαμηλότερο επίπεδο αποκέντρωσης που στην Αττική δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να βασιστεί στις σημερινές νομαρχίες. Αντίθετα, στην Αττική χρειάζεται να δημιουργηθούν ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες - τα περιφερειακά διαμερίσματα, μέσα από τη σύνθεση επιμέρους δήμων. Το δεύτερο αυτό επίπεδο απαντά κατά κάποιο τρόπο και στην αποδοχή ενός μεγαλύτερου αριθμού δήμων, εφ’ όσον αυτοί θα ενοποιούνται σε επίπεδο περιφερειακών διαμερισμάτων.

Η δευτεροβάθμια αυτοδιοίκηση θα πρέπει να αναλάβει όλες τις μη επιτελικές αρμοδιότητες του κεντρικού κράτους, χωρίς παράλληλες ανταγωνιστικές κρατικές δομές όπως προβλέπει το «Πρόγραμμα Καλλικράτης». Ιδιαίτερα, πάλι στην Αττική, τα προτεινόμενα περιφερειακά, με αιρετά όργανα διαμερίσματα, μπορούν να  στηρίξουν τη μητροπολιτική διακυβέρνηση,  που πρέπει να αφορά στο σύνολο της Αττικής, λόγω των προβλημάτων που έχουν ήδη δημιουργηθεί και χρήζουν ενιαίας αντιμετώπισης.

5. Απλή αναλογική, έμμεση εκλογή δημάρχου και περιφερειάρχη. Το συγκεντρωτικό πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο οργάνωσης των αιρετών διοικήσεων περιορίζει δραστικά την έννοια της αυτοδιοίκησης. Το εκλογικό σύστημα πρέπει να είναι η απλή αναλογική και ο δήμαρχος και ο περιφερειάρχης να εκλέγονται έμμεσα από το δημοτικό και περιφερειακό συμβούλιο αντίστοιχα. Σε κάθε περίπτωση διεκδικούμε να θεσμοθετηθεί ο συμμετοχικός προγραμματισμός - προϋπολογισμός, ώστε το πρόγραμμα, με την ανάλογη κατανομή πόρων των δήμων να προκύπτει μέσα από αποκεντρωμένες διαδικασίες στη βάση. Σ’ αυτό το θέμα υπάρχουν σημαντικά παραδείγματα από τη λατινοαμερικανική και ευρωπαϊκή εμπειρία.

6. Οι θεσμοί που προτείνονται από το κυβερνητικό σχέδιο υλοποιούν στην αυτοδιοίκηση τις κυρίαρχες επιλογές του αυταρχικού κρατισμού, μεταφέροντας σε δημοτικό και περιφερειακό επίπεδο τους κανόνες του σημερινού πολιτικού συστήματος.


Η ριζοσπαστική και οικολογική αριστερά μπορεί και  οφείλει να διατυπώσει ένα σχέδιο που θ’ αντιστοιχεί στις ανάγκες και τις δυνατότητες του σήμερα και θα εγγράφεται στη στρατηγική του σοσιαλισμού με δημοκρατία και ελευθερία. Στη βάση αυτού του σχεδίου και με την κοινωνική κινητοποίηση μπορεί ν’ αλλάξει το «Πρόγραμμα Καλλικράτης» αλλά και ο τρόπος προσέγγισης της αποκέντρωσης με αυτοδιοίκηση, κατ’ αρχήν μέσα στην αριστερά και κατ’ επέκταση μέσα στις λαϊκές τάξεις.

Οι έννοιες του δήμου και της κοινότητας έχουν βαθιά ιστορική καταγωγή και μακριά διαδρομή στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Παρά τα διαφορετικά περιεχόμενα και τις διαφορετικές μορφές που έλαβαν, ανάλογα με τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο δημιουργίας τους, αφορούν πάντα στη διαχείριση των «κοινών» από τους ελεύθερους πολίτες, σε αντιπαράθεση με τη συγκεντρωτική δεσποτική ή αυτοκρατορική - μοναρχική εξουσία.

Ο δήμος στην πλήρη δημοκρατική του άνθιση , στην Αθήνα της κλασικής εποχής, αφορά στη δημιουργία των δημόσιων θεσμών της πόλεως (όχι πόλης - κράτους όπως εύστοχα παρατηρεί ο Καστοριάδης) και τη συγκρότηση του σώματος των Αθηναίων πολιτών - που δεν περιλαμβάνει, όμως, τις γυναίκες και τους δούλους - το οποίο αποφασίζει στη συνέλευση του δήμου με άμεση συμμετοχή.  Οι ελεύθεροι πολίτες  ασκούν εκ περιτροπής όλες τις διοικητικές λειτουργίες της πόλεως και σιτίζονται στο πρυτανείο.


Οι κοινότητες αποτέλεσαν τους θεσμούς των αναδυόμενων πόλεων στον ύστερο Μεσαίωνα, στη σύγκρουσή τους με τη φεουδαρχία, τους ευγενείς και τη μεγάλη γαιοκτησία. Τα συμβούλια των κοινοτήτων δεν αποτελούν, όπως και οι πόλεις που αντιπροσωπεύουν, ενιαία σώματα. Διατρέχονται από κοινωνικές αντιθέσεις και συνήθως αποκλείουν το popolo minuto, που κατά καιρούς εξεγείρεται.


Οι κοινότητες (communidades) της Καστίλλης , 1520 - 22, ήταν μια από τις μεγαλύτερες επαναστατικές προσπάθειες στην Ευρώπη, που αμφισβήτησε την απόλυτη μοναρχία στη δημιουργία του εθνικού κράτους. Ήταν, ταυτόχρονα, ένα κίνημα πολιτών για τοπική αυτονομία, ένα κοινωνικό κίνημα σε αντιπαράθεση με την φεουδαλική τάξη και ένα πολιτικό κίνημα σε αναζήτηση ενός σύγχρονου συνταγματικού κράτους. Οι συνασπισμένες ενάντια στη μοναρχία, τους ευγενείς και την καθολική εκκλησία πόλεις, ίδρυσαν την ομόσπονδη κυβέρνηση των πόλεων, απαιτώντας από τον βασιλιά να δεχτεί τις εξουσίες του κοινοβουλίου που εκλέχθηκε από τις πόλεις. Διακήρυξαν τον εκδημοκρατισμό της εξουσίας με την εγκαθίδρυση της αρχής της εκλογής των τοπικών αξιωματούχων και την υποχρέωσή τους να αναφέρονται σε λαϊκές επιτροπές που οργανώνονταν στο επίπεδο των συνοικιακών σωμάτων. Η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα από τον βασιλικό στρατό.
Ο 19ος  αιώνας έθεσε το πρόβλημα του κράτους με νέους όρους.


Ο Ένγκελς , επικρίνοντας το σχέδιο του προγράμματος της Γκότα, έγραφε στον Μπέμπελ: «από τη στιγμή που θα μπορεί να μιλά κανείς για ελευθερία, το κράτος παύει να υπάρχει σαν κράτος. Γι’ αυτό εμείς θα προτείναμε να μπει παντού στη θέση της λέξης κράτος η λέξη “κοινότητα” (Gemeinwesen), μια θαυμάσια παλιά γερμανική λέξη που αντιστοιχεί στη γαλλική λέξη “κομμούνα” ». (Μάρτιος 1875)

Η Παρισινή Κομμούνα το 1871, αποτέλεσε υπόδειγμα συγκρότησης λαϊκής εξουσίας που πραγματοποιεί μια βαθιά ρήξη με το κράτος. Για ένα μικρό διάστημα , λίγο περισσότερο από δύο μήνες, ένα ανώνυμο λαϊκό πλήθος επινόησε μια απρόσμενη απάντηση στο πρόβλημα του κράτους. Με καθολική ψηφοφορία, η Κομμούνα αντικατέστησε το Παλαιό Καθεστώς με μια ολοκληρωμένη δημοκρατία : κατάργηση του μόνιμου στρατού, πλήρης αιρετότητα και ανακλητότητα των δημόσιων λειτουργών. Δεν πρόκειται πια για κράτος με την καθαυτό έννοια του όρου, όπως λέει ο Λένιν, αλλά για δημόσιες λειτουργίες που μεταβιβάζονται στην κοινωνία στη διαδικασία μετάβασης σε μια κοινωνία χωρίς κράτος .


Σ’ ένα πρόχειρο σχέδιο, που η Παρισινή Κομμούνα δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί περισσότερο, καθορίζεται ρητά ότι η κομμούνα θα αποτελούσε την πολιτική μορφή ακόμα και του πιο μικρού χωριού. Οι λίγες λειτουργίες που θα απέμεναν για την κεντρική κυβέρνηση θα μεταβιβάζονταν σε υπαλλήλους (κι εδώ υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός της πολιτικής από την διοικητική λειτουργία, η οποία ανατίθεται σε έμμισθους), υπό την προϋπόθεση, όμως, που τότε φάνταζε δυνατή, ότι ο ίδιος ο λαός αναλαμβάνει μέρος των εκτελεστικών λειτουργιών. Αυτό ακριβώς σημαίνει ότι η κοινωνία αυτοδιοικείται στο πλαίσιο ενός συστήματος που δομείται από τα κάτω προς τα πάνω, σε μια διαδικασία σταδιακής κατάργησης του κράτους. Από τις κομμούνες θα εκλεγόταν η εθνική αντιπροσωπία στο Παρίσι. Η ενότητα του έθνους δεν θα έσπαζε, αντίθετα με ότι συνέβαινε στο προηγούμενο καταπιεστικό κράτος, που παρουσιαζόταν ως ενσάρκωση της ενότητας του έθνους, ήθελε όμως να είναι ανεξάρτητη και ανώτερη εξουσία  από το ίδιο το έθνος.
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να προσεγγίσουμε την Παρισινή Κομμούνα σαν ένα δημοτικό κίνημα, προβληματική που αναπτύσσει ο Manuel Castells στο μνημειώδες έργο του «Η Πόλη και οι Αποκάτω». Ο Λουδοβίκος ΧΙV είχε διακηρύξει «το κράτος είμαι εγώ», οι πολίτες του Παρισιού απάντησαν «η κοινωνία είμαστε εμείς». Μαζί με τον θεμελιώδη στόχο των δημοτικών ελευθεριών, η Κομμούνα προέβη στο μέτρο της διαγραφής των οφειλόμενων ενοικίων στην κατοικία, συνδέοντας την αυτοδιοίκηση των ελεύθερων πολιτών με την ανατροπή  των δεδομένων στο χώρο της πόλης , ειδικότερα της κερδοσκοπίας στη γη που δημιουργούσε τεράστια κρίση κατοικίας για τις λαϊκές τάξεις.  


Η αυτοδιοίκηση που εφαρμόστηκε στην Ελεύθερη Ελλάδα είναι, επίσης, μια μεγάλη ιστορική εμπειρία της αριστεράς, που ο εκσυγχρονιστικός πραγματισμός αγνοεί και την οποία η ελληνική αριστερά του 21ου αιώνα πρέπει να ανακαλέσει, μαζί με την εμπειρία της εφαρμογής του θεσμού στην Ελεύθερη Ευρυτανία, όπως παρουσιάζεται από τον Γεωργούλα Μπέϊκο στο βιβλίο του «ΕΑΜ και Λαϊκή Αυτοδιοίκηση». Ήταν τότε που ο λαός της αριστεράς αντιμετώπιζε στα σοβαρά τις θέσεις περί λαϊκής αυτοδιοίκησης και έσπευδε να τις βάλει σε εφαρμογή, με την ανεξάντλητη πρωτοβουλία που αναπτύσσουν οι κομμουνιστές όταν παίρνουν στα χέρια τους μεγάλες υποθέσεις.

Με πεδίο αναφοράς τις ιστορικές ρήξεις

Οι έννοιες του δήμου και της κοινότητας έχουν βαθιά ιστορική καταγωγή και μακριά διαδρομή στην εξέλιξη των ανθρώπινων κοινωνιών. Παρά τα διαφορετικά περιεχόμενα και τις διαφορετικές μορφές που έλαβαν, ανάλογα με τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο δημιουργίας τους, αφορούν πάντα στη διαχείριση των «κοινών» από τους ελεύθερους πολίτες, σε αντιπαράθεση με τη συγκεντρωτική δεσποτική ή αυτοκρατορική - μοναρχική εξουσία .

Ο δήμος στην πλήρη δημοκρατική του άνθιση , στην Αθήνα της κλασικής εποχής, αφορά στη δημιουργία των δημόσιων θεσμών της πόλεως (όχι πόλης - κράτους όπως εύστοχα παρατηρεί ο Καστοριάδης) και τη συγκρότηση του σώματος των Αθηναίων πολιτών - που δεν περιλαμβάνει, όμως, τις γυναίκες και τους δούλους - το οποίο αποφασίζει στη συνέλευση του δήμου με άμεση συμμετοχή.  Οι ελεύθεροι πολίτες  ασκούν εκ περιτροπής όλες τις διοικητικές λειτουργίες της πόλεως και σιτίζονται στο πρυτανείο.

Οι κοινότητες αποτέλεσαν τους θεσμούς των αναδυόμενων πόλεων στον ύστερο Μεσαίωνα, στη σύγκρουσή τους με τη φεουδαρχία, τους ευγενείς και τη μεγάλη γαιοκτησία. Τα συμβούλια των κοινοτήτων δεν αποτελούν, όπως και οι πόλεις που αντιπροσωπεύουν, ενιαία σώματα. Διατρέχονται από κοινωνικές αντιθέσεις και συνήθως αποκλείουν το popolo minuto, που κατά καιρούς εξεγείρεται.

Οι κοινότητες (communidades) της Καστίλλης , 1520 - 22, ήταν μια από τις μεγαλύτερες επαναστατικές προσπάθειες στην Ευρώπη, που αμφισβήτησε την απόλυτη μοναρχία στη δημιουργία του εθνικού κράτους. Ήταν, ταυτόχρονα, ένα κίνημα πολιτών για τοπική αυτονομία, ένα κοινωνικό κίνημα σε αντιπαράθεση με την φεουδαλική τάξη και ένα πολιτικό κίνημα σε αναζήτηση ενός σύγχρονου συνταγματικού κράτους. Οι συνασπισμένες ενάντια στη μοναρχία, τους ευγενείς και την καθολική εκκλησία πόλεις, ίδρυσαν την ομόσπονδη κυβέρνηση των πόλεων, απαιτώντας από τον βασιλιά να δεχτεί τις εξουσίες του κοινοβουλίου που εκλέχθηκε από τις πόλεις. Διακήρυξαν τον εκδημοκρατισμό της εξουσίας με την εγκαθίδρυση της αρχής της εκλογής των τοπικών αξιωματούχων και την υποχρέωσή τους να αναφέρονται σε λαϊκές επιτροπές που οργανώνονταν στο επίπεδο των συνοικιακών σωμάτων. Η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα από τον βασιλικό στρατό.

Ο 19ος  αιώνας έθεσε το πρόβλημα του κράτους με νέους όρους.

Ο Ένγκελς , επικρίνοντας το σχέδιο του προγράμματος της Γκότα, έγραφε στον Μπέμπελ: «από τη στιγμή που θα μπορεί να μιλά κανείς για ελευθερία, το κράτος παύει να υπάρχει σαν κράτος. Γι’ αυτό εμείς θα προτείναμε να μπει παντού στη θέση της λέξης κράτος η λέξη “κοινότητα” (Gemeinwesen), μια θαυμάσια παλιά γερμανική λέξη που αντιστοιχεί στη γαλλική λέξη “κομμούνα” ». (Μάρτιος 1875)

Η Παρισινή Κομμούνα το 1871, αποτέλεσε υπόδειγμα συγκρότησης λαϊκής εξουσίας που πραγματοποιεί μια βαθιά ρήξη με το κράτος. Για ένα μικρό διάστημα , λίγο περισσότερο από δύο μήνες, ένα ανώνυμο λαϊκό πλήθος επινόησε μια απρόσμενη απάντηση στο πρόβλημα του κράτους. Με καθολική ψηφοφορία, η Κομμούνα αντικατέστησε το Παλαιό Καθεστώς με μια ολοκληρωμένη δημοκρατία : κατάργηση του μόνιμου στρατού, πλήρης αιρετότητα και ανακλητότητα των δημόσιων λειτουργών. Δεν πρόκειται πια για κράτος με την καθαυτό έννοια του όρου, όπως λέει ο Λένιν, αλλά για δημόσιες λειτουργίες που μεταβιβάζονται στην κοινωνία στη διαδικασία μετάβασης σε μια κοινωνία χωρίς κράτος .

Σ’ ένα πρόχειρο σχέδιο, που η Παρισινή Κομμούνα δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί περισσότερο, καθορίζεται ρητά ότι η κομμούνα θα αποτελούσε την πολιτική μορφή ακόμα και του πιο μικρού χωριού. Οι λίγες λειτουργίες που θα απέμεναν για την κεντρική κυβέρνηση θα μεταβιβάζονταν σε υπαλλήλους (κι εδώ υπάρχει ένας σαφής διαχωρισμός της πολιτικής από την διοικητική λειτουργία, η οποία ανατίθεται σε έμμισθους), υπό την προϋπόθεση, όμως, που τότε φάνταζε δυνατή, ότι ο ίδιος ο λαός αναλαμβάνει μέρος των εκτελεστικών λειτουργιών. Αυτό ακριβώς σημαίνει ότι η κοινωνία αυτοδιοικείται στο πλαίσιο ενός συστήματος που δομείται από τα κάτω προς τα πάνω, σε μια διαδικασία σταδιακής κατάργησης του κράτους. Από τις κομμούνες θα εκλεγόταν η εθνική αντιπροσωπία στο Παρίσι. Η ενότητα του έθνους δεν θα έσπαζε, αντίθετα με ότι συνέβαινε στο προηγούμενο καταπιεστικό κράτος, που παρουσιαζόταν ως ενσάρκωση της ενότητας του έθνους, ήθελε όμως να είναι ανεξάρτητη και ανώτερη εξουσία  από το ίδιο το έθνος.
Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να προσεγγίσουμε την Παρισινή Κομμούνα σαν ένα δημοτικό κίνημα, προβληματική που αναπτύσσει ο Manuel Castells στο μνημειώδες έργο του «Η Πόλη και οι Αποκάτω». Ο Λουδοβίκος ΧΙV είχε διακηρύξει «το κράτος είμαι εγώ», οι πολίτες του Παρισιού απάντησαν «η κοινωνία είμαστε εμείς». Μαζί με τον θεμελιώδη στόχο των δημοτικών ελευθεριών, η Κομμούνα προέβη στο μέτρο της διαγραφής των οφειλόμενων ενοικίων στην κατοικία, συνδέοντας την αυτοδιοίκηση των ελεύθερων πολιτών με την ανατροπή  των δεδομένων στο χώρο της πόλης , ειδικότερα της κερδοσκοπίας στη γη που δημιουργούσε τεράστια κρίση κατοικίας για τις λαϊκές τάξεις. 

Η αυτοδιοίκηση που εφαρμόστηκε στην Ελεύθερη Ελλάδα είναι, επίσης, μια μεγάλη ιστορική εμπειρία της αριστεράς, που ο εκσυγχρονιστικός πραγματισμός αγνοεί και την οποία η ελληνική αριστερά του 21ου αιώνα πρέπει να ανακαλέσει, μαζί με την εμπειρία της εφαρμογής του θεσμού στην Ελεύθερη Ευρυτανία, όπως παρουσιάζεται από τον Γεωργούλα Μπέϊκο στο βιβλίο του «ΕΑΜ και Λαϊκή Αυτοδιοίκηση». Ήταν τότε που ο λαός της αριστεράς αντιμετώπιζε στα σοβαρά τις θέσεις περί λαϊκής αυτοδιοίκησης και έσπευδε να τις βάλει σε εφαρμογή, με την ανεξάντλητη πρωτοβουλία που αναπτύσσουν οι κομμουνιστές όταν παίρνουν στα χέρια τους μεγάλες υποθέσεις.

*δημοτική σύμβουλος Δήμου Αθηναίων με την Ανοιχτή Πόλη

Tης Ελένης Πορτάλιου*/εφημερίδα ΕΠΟΧΗ http://www.epohi.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4455&Itemid=1
Ενέργειες Εγγράφων
  • Αποστολή
  • Εκτύπωση
  • Bookmarks
ανακοινώσεις
Συνέντευξη του υποψηφίου δημάρχου Αθηναίων με την «Ανοιχτή Πόλη», Γαβριήλ Σακελλαρίδη στο Matrix24.gr και τον Γιώργο Μελιγγώνη 28/02/2014
Δήλωση του υποψήφιου δημάρχου Αθηναίων με την «Ανοιχτή Πόλη», Γαβριήλ Σακελλαρίδη μετά την ξενάγηση στην έκθεση του «Rethink Athens» 28/02/2014
Σημεία συνέντευξης του υποψηφίου δημάρχου Αθηναίων με την «Ανοιχτή Πόλη», Γαβριήλ Σακελλαρίδη στο VIMA FM και την εκπομπή των Ξενάκη – Αδαμόπουλου 27/02/2014
Δήλωση του υποψήφιου δήμαρχου Αθηναίων με την «Ανοιχτή Πόλη», Γαβριήλ Σακελλαρίδη σχετικά με τις δηλώσεις του κ. Καμίνη στην τηλεόραση του ΣΚΑΙ. 26/02/2014
Δήλωση του υποψήφιου δήμαρχου Αθηναίων με την Ανοιχτή Πόλη, Γαβριήλ Σακελλαρίδη σχετικά με τις δηλώσεις του υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Νότη Μηταράκη για το πάρκο Ελληνικού 26/02/2014
Η Ανοιχτή Πόλη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της δημόσιας γης και του νερού 24/02/2014
Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του υποψήφιου δήμαρχου με την «Ανοιχτή Πόλη» Γαβριήλ Σακελλαρίδη στην εκπομπή των Λυριτζή και Οικονόμου στο Σκάι Ραδιόφωνο 20/02/2014
Να προχωρήσει επιτέλους η δημιουργία χώρου πρασίνου στο οικόπεδο της ΔΕΗ στους Άνω Αμπελόκηπους 20/02/2014
Επίσκεψη του υποψηφίου δημάρχου Αθηναίων, Γαβριήλ Σακελλαρίδη στο Κοινωνικό Ιατρείο-Φαρμακείο Αλληλεγγύης Αθήνας 14/02/2014
Σημεία από τη συνέντευξη του υποψηφίου δημάρχου Αθηναίων με την "Ανοιχτή Πόλη", Γαβριήλ Σακελλαρίδη στον Real fm και τον Νίκο Χατζηνικολάου 14/02/2014
Περισσότερα...
 
map.png